ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ
ΠΟΥ ΒΡΙΣΚΟΜΑΣΤΕ
ΓΙΟΡΤΗ ΚΑΡΠΟΥΖΙΟΥ 2010
ΓΙΟΡΤΗ ΚΑΡΠΟΥΖΙΟΥ 2009
ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΕΣ ΓΙΟΡΤΕΣ
ΤΑ ΝΕΑ ΜΑΣ
ΠΑΡΑΓΩΓΟΙ & ΠΕΡΙΟΧΕΣ
ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
ΧΟΡΗΓΟΙ
ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΩΝ ΠΡΟΔΙΑΓΡΑΦΩΝ ΓΙΑ ΚΑΡΠΟΥΖΙΑ
ΕΞΑΓΩΓΕΣ
ΥΓΕΙΑ & ΚΑΡΠΟΥΖΙ
ΣΥΝΤΑΓΕΣ ΚΑΡΠΟΥΖΙΟΥ
ΠΕΙΡΑΜΑΤΙΚΗ ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΚΑΡΠΟΥΖΙΟΥ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΕΙΣ
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
ΣΥΝΔΕΣΜΟΙ
ΑΡΧΕΙΟ


 



 by CUBIX
Υδροπέπονας γίγαντας
Καρπούζι : ένα εύγευστο δροσερό και θρεπτικό λαχανικό
Καρπούζι: Ο βασιλιάς των καλοκαιρινών φρούτων
Διατροφικές ανάγκες και συμβουλές για όλους
Καρπούζι και υγεία

ΥΓΕΙΑ & ΚΑΡΠΟΥΖΙ

Υδροπέπονας γίγαντας

Οι φιλιατρινοί της «χρυσής εποχής» ήταν περιπαθείς εραστές των υδροπεπόνων. Στα τερπνά γεύματά τους και στα λουκούλεια δείπνα τους τέρπονταν με τη σάρκα του υδροπέπονα που τον έψυχαν κατεβασμένο στο πηγάδι με καλάθι κρεμασμένο από το φιλιατρό.

Παιδί γης εραννής και εγώ αγάπησα παράφορα τα καρπούζια. Έχω δοκιμάσει πολλά από φημισμένα μποστάνια. Θρακιώτικα με χρυσίζουσες νευρώσεις, ογκώδη μακεδονίτικα με υπόξανθη σάρκα, θεσσαλικά και της Βοιωτίας. Πιο πολύ τα παλιά αγριλιώτικα τα ποτισμένα με πηγαδίσιο νερό και ιδρώτα. Σαν το μορενίσιο καρπούζι που έφαγα έναν Αύγουστο του «άλλου καιρού» ποτέ μου δεν το ξαναγεύτηκα.

Φυτεύτηκε ο ευγενικός του σπόρος σε χώματα μαυριδερά ποταμίσια εμπλουτισμένα με χούμο των λόγγων, υγρά από νερά που ανάβλυζαν δάκρυ δάκρυ και έκαναν τα κτήματα βαρκά. Εκεί και οι στέρνες με τις καβουρομάνες και τα κοάζοντα βατράχια, εκεί και το αείρροο ρέμα με τα ψαράκια και τα ανθισμένα ψαθιά.

Φυτευτής ένας θείος μου. Φύλαγε σε πάνινο σακουλάκι τους πιο ρωμαλέους σπόρους λειτουργημένους στη γιορτή των «Αγίων Τεσσαράκοντα μαρτύρων», για να βγάλουν σαράντα κλώνους που θα κάνουν σαράντα καρπούζια. Τους μούλιασε σε νερό από την πάνω στέρνα που ήταν πόσιμο. Τους φύτεψε έναν ένα σε χώμα αφράτο που το είχε ποτίσει με κρύο αφέψημα ψύλληθρου. Ήταν οικολογικό εντομοαπωθητικό και εντομοκτόνο.

Ο σπόρος ξύπνησε σε τάφο ζεστό. Οι οσμώσεις περνούσαν αίμα ζωής στο εμφλοιωμένο σπέρμα. Σχιζόταν σιγά σιγά το μεμβρανώδες περίβλημα και να το φυτάκι: ρίζα υπόλευκη που ελκόταν γεωτροπικά και αχνοπράσινες κοτυληδόνες που αναζητούσαν το λιόφως ανασηκώνοντας την κρούστα του χώματος. Καλημέρα ζωή!

Το πρώτο σγουρό χνουδωτό βλαστουδάκι απλώθηκε πολύκλωνο γύρω και έρποντας κάλυψε με φύλλα ασημοπράσινα όλον τον τόπο. Και ύστερα στολίστηκε με χρυσοκίτρινα άνθη, χωνιά ομορφιάς: τα αρσενικά με γύρη μαλαματένια και τα θηλυκά, των υπέρων, που ύψωναν οι χνουδωτοί καρποί. Μέλισσες προξενήτρες έκαναν τους γάμους. Μετέφεραν τη γύρη σε κολλώδες στίγμα. Έσμιγαν το άρσεν με το θήλυ κύτταρο, γονιμοποιούνταν οι σπόροι, μεγάλωναν οι φιλόξενες ωοθήκες σαν την κοιλιά των εγκύων.
Και να ο υδροπέπονας γίγας. Που έτρωγε από το αλάτι της γης, που έπινε ήλιο και μεγάλωνε. Τον άκουγα τις νύχτες να τρίζει. Και έγινε δεκαπέντε οκάδες «πράσινος πύργος» χρωματισμένος με αποχρώσεις του βαθυπράσινου και του υπόχλωμου σε σχήματα ψυχεδελικά.

Στη γιορτή των Εννιάμερων που γινόταν πανηγύρι στη Βαγγελίστρα, «σφάχτηκε» ο μέγας καρπός, για να τέρψει τους καλοφαγάδες συνδαιτυμόνες, που περίμεναν πώς και πώς να γευτούν την εξαίσια σάρκα του θεόρατου καρπουζιού. Η «θυσία» του επιτελέστηκε σε καλοπλυμένη σκαφίδα αρωματισμένη. Μπήκε στην πλευρά του καρπουζιού γλυκά - γλυκά το μαχαίρι. Ακούστηκε, αρχικά, μελωδικός οιμωγμός και ύστερα άνοιξε η φλούδα από πόλο σε πόλο τριζάτη. Στο βάθος του ρήγματος άστραψε πυροκόκκινη, σαν ηλιοβασίλεμα, η ωραία ψίχα. Έσταξε ένας ποταμός αιματώδης από χυμούς μελωμένους και διαχύθηκε ευοσμία τέτοια, που έκανε τα ρουθούνια των θεωρών να σαλέψουν σπασμωδικά: «Ω τι αρώματα!»

Ο θείος μου, τελετουργός και υπερήφανος θύτης, άνοιξε το καρπούζι στα δυό. Φάνηκε η «οροσειρά» της καρδιάς του μαρμαίρουσα, δίχως σπόρους με αργυρόχροα στίλβοντα ζαχαροκύτταρα που άστραφταν όπως οι κρύσταλλοι κάποιου ρόδινου κάντιου.

Ξεριζώθηκε η καρδιά, τεμαχίστηκε, προσφέρθηκε ολοδρόσερη και αιμάσουσα στους συνδαιτυμόνες. Αγνοήθηκαν τα πηρούνια. Πιάστηκαν με το χέρι τα ρόδινα ρόδουλα, χάρηκε η αφή το υγρό και βελούδινο άγγιγμα, λούστηκαν τα δάχτυλα με το μέλι που χυνόταν σταλιά – σταλιά σαν αίμα αγγέλου.

Μπούκωσαν όλοι το κομμάτι του παραδείσιου καρπού. Βελούδινη η επαφή με τις γευστικές χηλές, εύχυμη η έκθλιψη των χυμών , απερίγραπτες νοστιμιές έθελξαν τη γλώσσα. Η όσφρηση ριπίστηκε από ηδονιστικές οσμές. Ήταν σα να ανοίχτηκε η μήτρα της ευοσμίας, σα να ράγισαν όλα της γης τα μυροδοχεία.

Μικρός εγώ, στομαχάκι μικρό, πως να συναγωνιστώ τους καλοφαγάδες ομοτράπεζους που με ατελείωτη ευφροσύνη γεύονταν και ξαναγεύονταν ογκώδεις φέτες. Και επαινούσαν το χώμα της Μόρενας, τα χέρια του θείου μου, το «αλάτι» της γης, την παντοδυναμία του ήλιου, που έχτισαν έναν τέτοιο «πράσινο πύργο».

Ο θείος μου φιλομειδής και ευγενικός χαιρόταν την ακόρεστη βουλιμία μας. Εισέπραττε τους επαίνους ταπεινός αλλά κι ευχαριστημένος. Ωστόσο με προσοχή αξιοπρόσεκτη μάζευε έναν έναν τους «μαύρους αράπηδες», τους ακμαίους σπόρους. Θα τους έλιαζε, θα τους απολύμαινε με χυμούς βοτάνων, θα τους φύλαγε για την άλλη χρονιά. Για τη νέα φυτειά υδροπεπόνων γιγάντων. Πέρασαν χρόνια και χρόνια. Θυμάμαι ακόμη εκείνη την κοινωνία. Τη σάρκα του γίγαντα υδροπέπονα. Το μορενίσιο καρπούζι!

Και τώρα;

Τώρα πρέπει να ψάξει κάποιος σε σεντούκια αραχνιασμένα, να βρει τους σπόρους του «γίγαντα υδροπέπονα». Να τους παντρέψουν οι ειδικοί με τις σημερινές εξευγενισμένες ποικιλίες. Να γεννηθεί ένα υβρίδιο καθαρά τριφυλιακό που θα διαφημίσει τον τόπο μας και την αγροτιά μας: με τη νοστιμιά του, με το μόχθο και την αγάπη των καρπουζοκαλλιεργητών μέσα στη μεσογειακή καρδιά του. Να το βαφτίσουμε πανηγυρικά και να το ονομάσουμε «εγγονάκι της Μόρενας» ή «Καρπούζι Τριφυλίας».

Χ.Δ. Πλακονούρης

-----------------------------
Μόρενα = μια περιοχή της Τριφυλίας μεταξύ Φιλιατρών και Γαργαλιάνων.
Βαρκά = χωράφια με πολλή υγρασία.

Ο κύριος Πλακονούρης είναι γνωστός λογοτέχνης της Τριφυλίας, συνταξιούχος εκπαιδευτικός (Σχολικός Σύμβουλος) και κατοικεί στα Φιλιατρά.